Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

GΙΑCOMO LEOPARDI



L'infinito


Sempre caro mi fu quest'ermo colle
E questa siepe che da tanta parte
De'll ultimo orrizonte il guarde esclude.
Ma sedendo e mirando interminati
Spazi di là da quella, e sovrumani
Silenzi, e profondissima quiete,
Io nel pensier mi fingo, ove per poco
Il cor non si spaura. E come il vento
Odo stormir tra queste piante, io quello
Infinito silenzio a questa voce
Vo comparando; e mi sovvien l'eterno,
E le morte stagioni, e la presente
E viva, e'l suon di lei. Così tra questa
Immensità s'annega il pensier mio:
E'l naufragar m'è dolce in questo mare.




To απέραντο


Πάντα αγαπημένος ήτανε για μένα αυτός ο έρμος λόφος
κι αυτός ο φράχτης που μεγάλο του κομμάτι
του τελευταίου ορίζοντα το αγνάντεμα εμποδίζει.
Μα καθισμένος κι ατενίζοντας ατέλειωτους
τόπους πέρα μακριά από κείνον κι υπεράνθρωπες
σιωπές και τη βαθύτερη γαλήνη,
ότι στοχάζομαι καμώνομαι κει που σχεδόν
δε σκιάζεται η καρδιά. Και σαν τον άνεμο
που ακούω να θροΐζει ανάμεσα σε τούτα τα φυτά, εγώ εκείνη
την απέραντη σιωπή με τούτη τη φωνή
πάω να συγκρίνω· και μου θυμίζει το αέναο
και τους θανάσιμους καιρούς και το παρόν
το ζωντανό και τον αχό του. Έτσι ανάμεσα σ’ αυτή
την απεραντοσύνη ο στοχασμός μου πνίγεται·
και το ναυάγιό μου είναι γλυκό σ’ αυτή τη θάλασσα.

Απόδοση
Γιάννης Βούλτος