Σάββατο, 2 Μαΐου 2009

ANDRE BRETON



Moins de temps


Moins de temps qu’il n’en faut pour le dire, moins de larmes qu’il n’en faut pour mourir, j’ai tout compté, voilà. J’ai fait le recensement des pierres; elles sont au nombre de mes doigts et de quelques autres; j’ai distribué des prospectus aux plantes, mais toutes n’ont pas voulu les accepter. Avec la musique j’ai lié partie pour une seconde seulement et maintenant je ne sais plus que penser du suicide, car si je veux me séparer de moi-même, la sortie est de ce côté et, j’ajoute malicieusement: l’entrée, la rentrée de cet autre côte. Tu vois ce qu’il te reste à faire. Les heures, le chagrin, je n’en tiens pas un compte raisonnable; je suis seul je regarde par la fenêtre; il ne passe personne, ou plutôt personne ne passe (je souligne passe). Ce Monsieur, vous ne le connaissez pas? c’est M. Lemême. Je vous présente Madame Madame. Et leurs enfants. Puis je reviens sus mes pas, mes pas reviennent aussi, mais je ne sais pas exactement sus quoi ils reviennent. Je consulte un horaire; les noms de villes ont été remplacés par des noms de personnes qui m’ont touché d’assez près. Irai-je à A, retournerai-je à B, changerai-je à X? Oui, naturellement je changerai à X. Pourvu que je ne manque pas la correspondance avec l’ennui! Nous y sommes: l’ennui, les belles parallèles, ah! Que les parallèles sont belles sous la perpendiculaire de Dieu.
Λιγότερο χρόνο
Λιγότερο χρόνο απ’ όσο χρειάζεται για να το πεις, λιγότερα δάκρυα απ’ όσα χρειάζονται για να πεθάνεις· τα λογάριασα όλα, ιδού. Έκαμα την καταγραφή των λίθων. Είναι όσοι και τα δάχτυλά μου και μερικοί άλλοι. Μοίρασα προκηρύξεις στα φυτά, όμως δεν θέλησαν όλα να τις δεχτούν. Με τη μουσική συνεταιρίστηκα μόνο για ένα δευτερόλεπτο και τώρα δεν ξέρω πλέον τι να σκεφτώ για την αυτοκτονία, γιατί αν θέλω να χωριστώ απ’ τον εαυτό μου, η έξοδος είναι απ’ αυτή την πλευρά και, προσθέτω με πονηριά: η είσοδος, η επάνοδος από την άλλη πλευρά. Βλέπεις αυτό που σου μένει να κάνεις. Οι ώρες, η θλίψη, δεν κρατώ έναν λογικό λογαριασμό τους· είμαι μόνος κοιτάζω απ’ το παράθυρο· δεν περνάει κανένας, ή μάλλον κανένας δεν περνάει (τονίζω το περνάει). Αυτόν τον κύριο, δεν τον γνωρίζετε; είναι ο κ. Οΐδιος. Σας παρουσιάζω την κυρία Κυρία. Και τα τέκνα τους. Κατόπιν επιστρέφω στα βήματά μου, τα βήματά μου επιστρέφουν επίσης, όμως δεν ξέρω ακριβώς σε τι επιστρέφουν. Συμβουλεύομαι έναν πίνακα αφίξεων - αναχωρήσεων. Τα ονόματα των πόλεων έχουν αντικατασταθεί από τα ονόματα προσώπων που μου είναι αρκετά οικεία. Θα πάω στο Α, θα γυρίσω στο Β, θ’ αλλάξω στο Χ; Ναι, φυσικά θ’ αλλάξω στο Χ. Αρκεί να μη χάσω την ανταπόκριση με την ανία. Εκεί είμαστε: η ανία, οι ωραίες παράλληλοι, α! Πόσο ωραίες είναι οι παράλληλοι κάτω από την κάθετο του Θεού.
Απόδοση
Γιάννης Βούλτος